Το δελτίο προγραφών και καταγγελιών με τους στοχοποιημένους από την ΟΠΛΑ προδότες – Η «κόκκινη βία» [*] της εφημερίδας «Κατηγορώ», έκδοση της ΚΟΑ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1944

Στη συζήτηση για την επιπόλαια ‘θεωρία των δύο άκρων’, είναι αναμφισβήτητο ότι βοήθησε αρκετά, με την αποενοχοποίηση της άκρας δεξιάς, εκείνο το ρεύμα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, οι Μετα-Αναθεωρητές του Φερόμενου και Λεγόμενου ‘Νέου Κύματος’ (ρεύμα Καλύβα-Μαραντζίδη), οι οποίοι πρωτοστάτησαν στο ξαναγράψιμο της Ιστορίας, με την νομιμοποίηση ετεροχρονισμένα των δωσίλογων και των ‘άμοιρων ταγματαλητών’ και με την δικαίωση του ένοπλου δωσιλογισμού. Κατέχοντας ηγεμονικό ρόλο στο δημόσιο λόγο, η συνεισφορά τους αποδείχτηκε καθοριστική στην διάχυση της ‘θεωρίας των δύο άκρων’, σύμφωνα με την οποία οι κοινωνικοί αγώνες και οι κοινωνικές διεκδικήσεις εξισώνονται με την τυφλή ρατσιστική και ναζιστική βία και τα μαχαιρώματα. Για τότε, κατ’ αυτούς, η (‘μαύρη’) βία και η τρομοκρατία των Γερμανών και των δωσίλογων συνεργατών τους ήταν βία δευτερογενής, δηλαδή απάντηση στην (‘κόκκινη’) ‘βία’ του ΕΑΜικού κινήματος. Ετσι και τώρα, στις μνημονιακές εφημερίδες διαβάζουμε μονότονα επαναλαμβανόμενα για το ‘καθεστώς της γενικευμένης ανομίας που εξέθρεψε τα φαινόμενα της κόκκινης και της μαύρης βίας’ και βλέπουμε επιχειρήματα όπως ‘αν δεν υπήρχε η βία της παλαβής αριστεράς, δεν θα ήταν τόσο εύκολα πραγματοποιήσιμη η βία των νεοναζί’. Ταύτιση, με λίγα λόγια, κάθε δομικής αντιπολίτευσης με την ‘τρομοκρατική βία’. Δεν είμαστε θιασώτες των ιστορικών παραλληλισμών μακρινών μεταξύ τους εποχών, αλλά, τότε και τώρα, απέναντι στους στόχους των ελίτ, η απάντηση δίνεται στους καθημερινούς αγώνες και δίνεται από όσους κατανοούν εκείνη τη ρήση που λέει: ‘Οποιος δεν κινείται, δεν αντιλαμβάνεται τις αλυσίδες του’. Το απέδειξε ο αθηναϊκός λαός πριν 70 χρόνια, όταν κινήθηκε μαζίκα και με όλα τα μέσα, για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Είναι η δική μας σειρά να το αποδείξουμε κι εμείς τώρα, 70 χρόνια μετά.

Οι οπλίτες των Ταγμάτων Ασφαλείας και των Ευζωνικών Ταγμάτων ονομάζονταν «ταγματασφαλίτες». Στα μισητά τους πρόσωπα, η σοφή λαϊκή λεξιπλασία μεγαλούργησε. Δεν είναι μόνο το ευφυέστατο «Γερμανοτσολιάδες» για εκείνους που ντρόπιαζαν τη στολή του Εύζωνου, ούτε εκείνο το ενοχλητικό ήτα που αντικαθιστά το γιώτα, ώστε η λέξη να γράφεται «ταγματασφαλήτες» ή, για συντομία, «τ/αλήτες», ώστε και οπτικά ακόμα να δείχνεται η απέχθεια και το μίσος του λαού για τους προδότες με την ελληνική στολή που σιτίζονταν από την γερμανική μισθοτροφοδοσία (και το πλιάτσικο). Η κοινή γνώμη τους ονόμασε, επίσης, και «Ράλληδες», από το όνομα του τρίτου και τελευταίου κατοχικού πρωθυπουργού-κουΐσλιγκ, Ιωάννη Ράλλη. Ο Ράλλης, του οποίου η οικογένεια δεν σταμάτησε ποτέ να βγάζει πολιτικούς από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του 1821 μέχρι τις μέρες μας, παλιός πολιτικός και βουλευτής από το 1906 σε ηλικία 28 ετών, δημιουργός και ηθικός αυτουργός της συγκρότησης των Ταγμάτων Ασφαλείας, με κύριο μέλημα τη «διατήρηση της τάξεως» και την «αντιμετώπιση των αναρχικών», είχε δηλώσει στην Παναθηναϊκή Παλλαϊκή Επιτροπή, αποτελούμενη από Μητροπολίτες, Καθηγητές Πανεπιστημίων και προέδρους πνευματικών σωματείων και επαγγελματικών συλλόγων, που τον επισκέφτηκε για να του παραδώσει διάβημα διαμαρτυρίας για το διάταγμα επιστράτευσης, τον Αύγουστο του 1944:

«Εγώ έχω προσφέρει την μεγαλυτέραν υπηρεσίαν εις τον τόπον με την σύστασιν των Ταγμάτων Ασφαλείας, διά την οποίαν υπερηφανεύομαι και διά την οποίαν θα ζητήσω να τρέφομαι εφ’ όρου ζωής εις το Πρυτανείον. Μάλιστα, κύριοι, να τρέφομαι εφ’ όρου ζωής εις το Πρυτανείον, διότι εγώ έχω μεγαλύτερα δικαιώματα και από αυτόν τον Σωκράτην […] Εγώ δεν πρόκειται, βέβαια, να ανακαλέσω την διαταγή περί επιστρατεύσεως. Λυπάμαι μόνο διότι τα μέσα μου δεν μου επιτρέπουν να συγκροτήσω και «άλλον στρατόν» και να τους συντρίψω και εδώ και εις την ύπαιθρον και να επιβάλω το κράτος του Νόμου». [**]